ἄγναμπτος

ἄγναμπτος
ἄ-γναμπτος, ungebeugt, unbeugsam, unerbittlich

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • άγναμπτος — ἄγναμπτος και ἄκναμπτος, ον (Α) άκαμπτος, αλύγιστος, ανένδοτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + γναμπτός ή κναμπτός τών ρημάτων γνάμπτω ή κνάμπτω] …   Dictionary of Greek

  • ἄγναμπτος — unbending masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγναμπτον — ἄγναμπτος unbending masc/fem acc sg ἄγναμπτος unbending neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκναμπτον — ἄγναμπτος unbending masc/fem acc sg ἄγναμπτος unbending neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγναμπτότατος — ἄγναμπτος unbending masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγναμπτότερος — ἄγναμπτος unbending masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγνάμπτοιο — ἄγναμπτος unbending masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγνάμπτοις — ἄγναμπτος unbending masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγνάμπτοισιν — ἄγναμπτος unbending masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγνάμπτῳ — ἄγναμπτος unbending masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκνάμπτοις — ἄγναμπτος unbending masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”